Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

ΣΠΥΡΙΔΩΝ (1949-56)


ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΣΠΥΡΙΔΩΝ


Βλάχος Σπυρίδων (1873-1956). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Χηλή της Βιθυνίας, αλλά η οικογένειά του καταγόταν από τη Ρουψιά του Πωγωνίου Ιωαννίνων. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και το 1895 εισήλθε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, από την οποία απεφοίτησε το 1899. Χειροτονήθηκε διάκονος και διορίσθηκε θεολόγος καθηγητής και ιεροκήρυκας στον Γαλατά της Πόλης, ενώ αργότερα υπηρέτησε ως αρχιερατικός επίτροπος Καβάλας. Εκεί οργάνωσε την περιοχή και αναμίχθηκε στην κίνηση του Μακεδονικού Αγώνα που μόλις άρχιζε. Στην Καβάλα συνεργάσθηκε με τον Ίωνα Δραγούμη και δύο άλλους διπλωμάτες που η Ελλάδα είχε στείλει για να οργανώσουν την αντίδραση στους Βούλγαρους κομιτατζήδες, τον Ευθύμιο Κανελλόπουλο και τον Νικόλαο Μαυρουδή. Τον Αύγουστο 1906 ο Σπυρίδων χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης και στάλθηκε στην Ήπειρο για να αναλάβει την εθνικοθρησκευτική του αποστολή. Εκεί, στη Βελλά, ίδρυσε το ομώνυμο ιεροδιδασκαλείο και ταυτόχρονα συνέβαλε στην ίδρυση στην Αθήνα της «Ηπειρωτικής Εταιρείας». Κατά τον απελευθερωτικό πόλεμο 1912-13 έδρασε εθνικά στην Κόνιτσα, όπου συνελήφθη από τον στρατηγό Τζαβίτ πασά, ο οποίος τον παρέπεμψε στο στρατοδικείο. Ο Σπυρίδων καταδικάσθηκε σε θάνατο για τη δράση του και η εκτέλεσή του απετράπη μόνον ύστερα από προσωπικό ενδιαφέρον του τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, ο οποίος ήταν Αρχιστράτηγος του Ελληνικού Στρατού. Ο Σπυρίδων, μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη ως συνοδικός του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Συνέβαλε στην οργάνωση του κινήματος στη Βόρειο Ήπειρο και έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο να αναθέσει την αρχηγία της προσωρινής κυβερνήσεως της Βορ. Ηπείρου στον Γεώργιο Χρ. Ζωγράφο και το υπουργείο Εξωτερικών στον Αλέξανδρο Καραπάνο, ενώ ο ίδιος ανέλαβε υπουργός Εκκλησιαστικών και Παιδείας. Μετά το τέλος του Βορειοηπειρωτικού Αγώνα, ο Σπυρίδων επανήλθε στην Κόνιτσα, περιοριζόμενος εκ των πραγμάτων στα θρησκευτικά του καθήκοντα. Εκεί παρέμεινε μέχρι το 1916, οπότε εξελέγη Μητροπολίτης Ιωαννίνων και η πνευματική επιρροή του ήταν πολύ ευρύτερη από τον τίτλο του. Στον μητροπολιτικό θρόνο της ηπειρωτικής πρωτεύουσας παρέμεινε μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Αθηνών τον Ιούνιο 1949, με εξαίρεση μια διετή περίοδο (1922-24), όταν ανέλαβε τη Μητρόπολη Αμασείας. Ίδρυσε πλήθος σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, συγκέντρωσε και οργάνωσε αποδοτικότερα τα ηπειρωτικά κληροδοτήματα, ενώ ενδιαφέρθηκε ζωτικά για τη δημιουργία της Ζωσιμαίας Παιδαγωγικής Ακαδημίας και την ίδρυση του περιοδικού «Ηπειρωτικά Χρονικά». Όταν πραγματοποιήθηκε η ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Σπυρίδων ενθάρρυνε πολλαπλώς τους μαχόμενους στρατιώτες του Μετώπου και είδε τη Βόρειο Ήπειρο να απελευθερώνεται από τον Ελληνικό Στρατό, αλλά τον Απρίλιο 1941, όταν η αντίσταση που προέβαλλε η Ελλάδα εξαντλήθηκε, τάχθηκε υπέρ της ανακωχής και του σχηματισμού ελληνικής κυβέρνησης για να μειωθούν τα δεινά της Κατοχής. Κατά την Κατοχή, ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων υπήρξε πρόεδρος του «Οργανισμού Δημοσίας Αντιλήψεως Κοινωνικής Προνοίας Ηπείρου» και απετέλεσε το στήριγμα για κάθε διωκόμενο και δοκιμαζόμενο Ηπειρώτη. Για τη γενικότερη εθνική δράση του, καταδικάσθηκε ερήμην σε θάνατο από ιταλικό στρατοδικείο του Αργυροκάστρου, ενώ από τους Γερμανούς ετέθη σε περιορισμό. Μόνο χάρη στην προσωπική παρέμβαση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού προς τον Γερμανό πρεσβευτή στην Αθήνα, κατορθώθηκε να αρθεί ο περιορισμός του και οι τυχόν περαιτέρω ενέργειες σε βάρος του. Πολλαπλή ήταν η συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση κατά την περίοδο της Κατοχής και καθοριστικής σημασίας η συμπαράστασή του την εποχή εκείνη προς τον στρατηγό Ναπολέοντα Ζέρβα, αρχηγό του ΕΔΕΣ, όπως και η στάση του κατά τα Δεκεμβριανά και αργότερα στον Εμφύλιο. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στις 20 Μαΐου 1949, αν και υπήρξε προς στιγμήν η σκέψη για την αποκατάσταση του πρώην Αθηνών Χρυσάνθου, εξελέγη ο Ιωαννίνων Σπυρίδων με 42 ψήφους από τους 56 Μητροπολίτες που ψήφισαν. Ο 11ος Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδος βρέθηκε επί κεφαλής της σε δύσκολες εποχές και επιτέλεσε σημαντικό έργο. Από την πρώτη ημέρα της εκλογής του, δραστηριοποιήθηκε δημιουργικά. Αμέσως μετά την ήττα των ανταρτών, ενδιαφέρθηκε με θέρμη για την αποκατάσταση των θυμάτων του Εμφυλίου και ίδρυσε την «Επιστράτευση της αγάπης» και την αποστολή του «Δέματος επαναπατρισμού», αναθέτοντας στον τότε Αρχιμανδρίτη Ιερώνυμο Κοτσώνη τη διεύθυνση αυτού του έργου, ενώ με διαμαρτυρία του προς τους αρχηγούς κρατών και εκκλησιών κατήγγειλε το «παιδομάζωμα» και ζήτησε την παλιννόστηση των ελληνόπουλων που είχαν απομακρυνθεί από την Ελλάδα. Σε ό,τι αφορά τη δράση του εντός του εκκλησιαστικού πλαισίου, ο Αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων κατέβαλε ενέργειες για την ίδρυση του Θεολογικού Οικοτροφείου της Αποστολικής Διακονίας στη Μονή Πετράκη, μερίμνησε ώστε να αποκτήσει σύγχρονο τυπογραφείο η Αποστολική Διακονία για την έκδοση πολλών έργων εκκλησιαστικού και θεολογικού περιεχομένου, ενώ ίδρυσε νέα περιοδικά («Ο Εφημέριος», «Το Χαρούμενο Σπίτι», «Τα Χαρούμενα Παιδιά» και «Η Φωνή του Κυρίου»). Τον Σεπτέμβριο 1952 υπέγραψε σύμβαση με την Ελληνική Πολιτεία, στην οποία η Εκκλησία παραχωρούσε μοναστηριακά κτήματα προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμπαράστασή του προς τον ενωτικό αγώνα των Κυπρίων, στον οποίο ο ίδιος πρωτοστάτησε. Βρέθηκε με εξαιρετική δραστηριότητα στην πρώτη γραμμή, αναλαμβάνοντας και επίσημα την προεδρία της Πανελληνίου Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Α΄ Τόμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου