Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ (1998-2008)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ



Παρασκευαΐδης Χριστόδουλος (1939-2008). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος από Δημητριάδος και Αλμυρού. Γεννήθηκε στην Ξάνθη, καταγόμενος από την Αδριανούπολη. Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1961 και από τη Θεολογική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου το 1967, ενώ παράλληλα σπούδασε βυζαντινή μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Αναγορεύθηκε διδάκτορας του Κανονικού Δικαίου το 1983. Εκάρη μοναχός στη Μονή Βαρλαάμ, χειροτονήθηκε διάκονος το 1961 και πρεσβύτερος το 1965. Υπηρέτησε ως προϊστάμενος και ιεροκήρυκας του Ναού Θεοτόκου (Παναγίτσας) Παλαιού Φαλήρου, όπου ανέπτυξε σημαντική δράση. Παράλληλα προσελήφθη το 1968, ύστερα από διαγωνισμό, ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου και στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον Ιούλιο 1974, όταν εξελέγη, με πρόταση του τότε νέου Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, σε ηλικία 35 ετών, Μητροπολίτης Δημητριάδος. Δημιούργησε το Κέντρο Συμπαραστάσεως Οικογενείας, τις Σχολές Γονέων, τον Συμβουλευτικό Σταθμό Προβλημάτων Εφηβείας, τον Ραδιοφωνικό Σταθμό «Ορθόδοξη Μαρτυρία» με συνεχώς ανανεούμενο πρόγραμμα που επιμελούνταν περί τους 150 εθελοντές συνεργάτες, την εφημερίδα «Πληροφόρηση». Διακρίθηκε ως ομιλητής τόσο επί θρησκευτικών, όσο και επί κοινωνικών και εθνικών θεμάτων και προσκεκλημένος μετέβη σε πολλές πόλεις της Ελλάδος όπου μίλησε σε πυκνά ακροατήρια, όπως και σε συζητήσεις στην τηλεόραση, προβάλλοντας και υπερασπιζόμενος τα δίκαια της Εκκλησίας. Χαρακτηριστική έμεινε η πανελλήνια τηλεοπτική παρουσία του ως αντίπαλος του τότε Υπουργού Παιδείας Α. Τρίτση για το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Εντυπωσιακή υπήρξε άλλωστε η συμβολή του στους αγώνες της Εκκλησίας για την καθιέρωση του πολιτικού γάμου ως ισόκυρου με τον θρησκευτικό, για την αποτροπή του «αυτόματου διαζυγίου» κλπ. Στην περιοχή Βόλου ίδρυσε την Ένωση Χριστιανών Επιστημόνων, την Χριστιανική Κοινωνική Ένωση, τα Σπίτια Γαλήνης Χριστού για τους ηλικιωμένους, τη Χριστιανική Αλληλεγγύη για τους πτωχούς. Μετά τον θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, εξελέγη στις 28 Απριλίου 1998 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Ίδρυσε δεκάδες βρεφονηπιακούς σταθμούς για τη στήριξη της εργαζόμενης γυναίκας, την «Αλληλεγγύη», Μη Κυβερνητική Οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανέπτυξε κοινωνικό έργο με τη δημιουργία νέων ιδρυμάτων, όπως της Στέγης της Μητέρας, των Στεγών Γερόντων, Κατακοίτων, Απροσάρμοστων Παιδιών, τις δωρεάν ιατρικές και νομικές υπηρεσίες μέσω του Κέντρου Στήριξης Οικογένειας και της «Διακονίας», του Ιδρύματος Ψυχοκοινωνικής Αγωγής και Στήριξης. Επίσης ίδρυσε την Υπηρεσία Διαδικτύου της Εκκλησίας της Ελλάδος και γενικότερα προσπάθησε να την προσαρμόσει στις νέες εποχές. Συγγραφέας πολλών βιβλίων και μελετών.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ (1938, 1941-49)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ



Παπανδρέου Δαμασκηνός (1890-1949). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Δορβιτσά Ναυπακτίας. Σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και λίγο αργότερα πρεσβύτερος και αρχιμανδρίτης, υπηρετώντας ως διευθυντής του Γραφείου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και ηγούμενος της Μονής Πεντέλης. Εξελέγη Μητροπολίτης Κορίνθου το 1922, όπου ανέπτυξε σημαντικό ποιμαντικό και κοινωνικό έργο, με αποκορύφωμα τη δραστηριοποίησή του όταν η περιοχή επλήγη από καταστροφικούς σεισμούς το 1928. Ως έκτακτος πατριαρχικός έξαρχος επισκέφθηκε το 1930 τις ΗΠΑ, προκειμένου να διευθετήσει εκκλησιαστικά θέματα που είχαν ανακύψει στους κόλπους της εκεί Ορθόδοξης Μητρόπολης και ταυτόχρονα να επιζητήσει τη συνδρομή των ομογενών για οικονομική ενίσχυση των σεισμοπαθών της Κορίνθου. Το 1938 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας ακύρωσε την εκλογή του ύστερα από ενέργειες της Κυβέρνησης Μεταξά και Αρχιεπίσκοπος έγινε ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος. Ο Δαμασκηνός αρνήθηκε να δεχθεί την ακύρωση της εκλογής του και εγκαταστάθηκε στη Μονή Φανερωμένης στη Σαλαμίνα μονάζοντας. Μετά την ανάληψη της κατοχικής κυβέρνησης από τον προσωπικό φίλο του στρατηγό Τσολάκογλου, κινήθηκε η τυπική διαδικασία για την απομάκρυνση του Χρυσάνθου και την επαναφορά του Δαμασκηνού στον αρχιεπισκοπικό θρόνο (5.7.1941). Κατά την Κατοχή ανέπτυξε αξιόλογη εθνική και κοινωνική δράση, ιδρύοντας μεταξύ άλλων τον ΕΟΧΑ, οργανώνοντας την κοινωνική προσφορά και προβάλλοντας προς τις Αρχές Κατοχής τα εθνικά θέματα, ενώ για ένα διάστημα είχε τεθεί υπό περιορισμό στην κατοικία του. Τα Χριστούγεννα 1944, με παρουσία του Τσώρτσιλ στην Αθήνα, αποφασίσθηκε η ανάθεση της αντιβασιλείας στον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος λειτούργησε στη συνέχεια ως ανώτατος άρχοντας μέχρι τη διεξαγωγή των εκλογών και του δημοψηφίσματος 1946. Στο διάστημα αυτό διετέλεσε για ένα μικρό διάστημα πρωθυπουργός (17.10.45-1.11.45). Μετά την επιστροφή του Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα (Σεπτέμβριος 1946), ο Δαμασκηνός περιορίστηκε στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ (1923-38)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ



Παπαδόπουλος Χρυσόστομος Α΄ (1868-1938). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Μάδυτο Ανατολικής Θράκης και ήταν γιος κληρικού. Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως και στη Θεολογική Σχολή του Τιμίου Σταυρού Ιεροσολύμων, από την οποία αποφοίτησε το 1888, ενώ συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Κίεβο και την Πετρούπολη (1891-95). Μετά την επάνοδό του δίδαξε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού και το 1909 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ανέλαβε διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής (1911-14), ενώ το 1914 εξελέγη καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά την επικράτηση της Επανάστασης του Σεπτεμβρίου 1922, οπότε αποφασίστηκε η απομάκρυνση του Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητου Μηνόπουλου, η ηγεσία της τον επέλεξε ως διάδοχό του. Ο ίδιος ζήτησε η εκλογή του να εγκριθεί από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος και όντως το 1923 εξελέγη, ενώ ο τίτλος του αναβαθμίσθηκε σε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Ανάμεσα στις πρώτες ενέργειές του ήταν η ανάδειξη νέων Μητροπολιτών, η σύνταξη Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας και η μεταρρύθμιση του ημερολογίου, που προκάλεσε το λεγόμενο παλαιοημερολογιτικό ζήτημα όταν αποσχίσθηκε ένα σημαντικό τμήμα του ποιμνίου, καθώς όλες αυτές οι ταυτόχρονες αλλαγές συσχετίσθηκαν με πολιτικά αίτια. Στα επόμενα χρόνια επέδειξε μεγάλη δραστηριότητα και μεταξύ άλλων επιλύθηκαν σοβαρά ζητήματα, όπως η μισθοδοσία του κλήρου, η σύσταση οργανισμού για τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας (ΟΔΕΠ), η δημιουργία εκκλησιαστικών δικαστηρίων κ.ά., ενώ το 1928 με την έκδοση συνοδικής πράξης του Οικουμενικού Πατριαρχείου ρυθμίσθηκε το ζήτημα των λεγομένων Μητροπόλεων των Νέων Χωρών. Το 1926 διορίσθηκε ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Συγγραφέας πολλών μελετών και συγγραμμάτων, όπως: «Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων» 1910, «Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος» 1920, «Ιστορία της Εκκλησίας Αλεξανδρείας» 1935, «Ιστορία της Εκκλησίας Αντιοχείας», «Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας» 1933, «Κύριλλος Λούκαρις» 1939 κ.ά.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ (1957-62)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ



Παναγιωτόπουλος Θεόκλητος (1890-1962). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στη Δημητσάνα, όπου παρακολούθησε τα εγκύκλια μαθήματα. Σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αναδείχθηκε αριστούχος διδάκτορας σε ηλικία είκοσι ετών. Το 1910 προσελήφθη στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο. Διάκονος χειροτονήθηκε τον Σεπτέμβριο 1914 και πρεσβύτερος τον Αύγουστο 1917. Το 1914 ως ιεροκήρυκας ακολούθησε στη Λαμία τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος Ιάκωβο Παπαϊωάννου, που μόλις είχε εκλεγεί και που ήταν θείος του. Εκεί ανέπτυξε σημαντική πνευματική και εθνική δράση και τον Ιούλιο 1923 διορίσθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου. Τον Οκτώβριο του 1924 αναδείχθηκε Επίσκοπος Σταυρουπόλεως, ως Βοηθός Επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου, και ανέλαβε την πρωτοσυγκελία της Αρχιεπισκοπής. Τον Μάρτιο του 1931 εξελέγη Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και στις 15 Νοεμβρίου 1944 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Πατρών. Στο πλούσιο έργο του ως Μητροπολίτη Πατρών περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων η ανέγερση του μνημειώδους Ναού του Αγίου Ανδρέου, καθώς και η περίθαλψη πολυαρίθμων σεισμοπλήκτων των Ιονίων Νήσων που κατέφυγαν στην Πάτρα κ.ά. Τον Αύγουστο 1957, όταν απεβίωσε ο Αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος, ακολούθησε η αρχιεπισκοπική εκλογή και επί των 58 παρόντων έλαβε 31 ψήφους. Συνεχίζοντας την πολιτική των προκατόχων του, ανέλαβε την προεδρία της Πανελλήνιας Ενώσεως Αυτοδιαθέσεως Κύπρου και σε πολλές περιπτώσεις έλαβε ανάλογες τοποθετήσεις. Επί των ημερών του έγιναν πολλές μεταβολές στη διοικητική σύνθεση της Ελλαδικής Ιεραρχίας, ίδρυσε Σχολή Διακονισσών, πνευματικό φροντιστήριο στη Μονή Πεντέλης για επιμόρφωση εξομολογητών ιερέων από όλη την Ελλάδα, καθώς και Οίκο Φοιτητρίας στην Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω. Τον Σεπτέμβριο 1961 υπέστη την πρώτη καρδιακή προσβολή και μέχρι τον Ιανουάριο 1962, που απεβίωσε, παρέμενε νοσηλευόμενος εντός του αρχιεπισκοπικού μεγάρου με τις φροντίδες ιατρών και καθηγητών.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΔΩΡΟΘΕΟΣ (1956-57)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΔΩΡΟΘΕΟΣ


Κοτταράς Δωρόθεος (1888-1957). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννήθηκε στην Ύδρα, γόνος απλής και φτωχικής οικογένειας που μετακινήθηκε, όταν ο ίδιος ήταν σε μικρή ακόμη ηλικία, στον Πειραιά, όπου υπό συνθήκες στερήσεων και δυσκολιών ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του. Για να συμβάλει στο οικογενειακό εισόδημα ήταν απαραίτητο να εργάζεται ο ίδιος σε χειρωνακτικές εργασίες, ενώ παράλληλα ήταν εξαιρετικά επιμελής στα μαθήματά του. Για ένα διάστημα ανέλαβε εργασία ως δάσκαλος στην Ξηροκάμπη Σπάρτης και στη συνέχεια φοίτησε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε αριστούχος το 1909. Στις 17 Σεπτεμβρίου 1910 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Ύδρας και Σπετσών Ιωάσαφ και τοποθετήθηκε στον Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Ταυτόχρονα εργαζόταν ως υπάλληλος του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, ενώ σπούδασε και στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Αργότερα μετέβη στη Λειψία, όπου παρακολούθησε μαθήματα θεολογίας και νομικής και ειδικεύθηκε στο εκκλησιαστικό, το κανονικό και το διοικητικό δίκαιο. Παράλληλα είχε ενδιαφέροντα στη μεταλλειολογία, ερευνώντας τους θησαυρούς του υπεδάφους, από τον μαύρο λιγνίτη μέχρι το ουράνιο και το ράδιο. Ως διάκονος, κατά την υπερδεκαετή υπηρεσία του στον Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση, υπήρξε πρωτοστάτης στη δημιουργία ενός νέου Ιερατικού Συνδέσμου με τον τότε αρχιδιάκονο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών Αθηναγόρα Σπύρου, τον Δαμασκηνό Παπανδρέου και άλλους. Στις 18 Δεκεμβρίου 1922 χειροτονήθηκε από τον Μητροπολίτη Ύδρας Προκόπιο πρεσβύτερος και μετά δύο ημέρες, στις 20 Δεκεμβρίου, χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Κυθήρων από τους Μητροπολίτες Φθιώτιδος Αμβρόσιο, Σύρου Αθανάσιο και Αργολίδος Ιερόθεο. Στη Μητρόπολη Κυθήρων παρέμεινε για μια ολόκληρη δωδεκαετία, μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1935, οπότε μετατέθηκε στη Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος. Με τη νέα του Μητρόπολη συνδέθηκε βαθύτερα και άσκησε πλούσιο κοινωνικό και εθνικό έργο, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Πολέμου 1940-41 και της Κατοχής που ακολούθησε. Ως Μητροπολίτης Λαρίσης πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες στην Εκκλησία της Ελλάδος. Υπήρξε σύμβουλος σε διάφορους εκκλησιαστικούς οργανισμούς, κυρίως όμως οικονομικός επίτροπος της Εκκλησίας και ειδικός στο κανονικό δίκαιο. Στις 21 Μαρτίου 1956 απεβίωσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σπυρίδων και ακολούθησε αρχιεπισκοπική εκλογή, κατά την οποία εξελέγη νέος Αρχιεπίσκοπος. Από την πρώτη στιγμή της αναδείξεώς του ενδιαφέρθηκε για την επίλυση οργανωτικών και διοικητικών θεμάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ παραχώρησε τα αρχιεπισκοπικά δικαιώματα επί των γάμων και διαζυγίων σε ειδικό λογαριασμό για την ίδρυση νοσηλευτικού ιδρύματος των κληρικών και ανέθεσε τη γενική διεύθυνση της Αποστολικής Διακονίας στον Μητροπολίτη πρώην Λήμνου Βασίλειο Ατέση. Συγκάλεσε το πρώτο συνέδριο ιεροκηρύκων και αντέδρασε στη σύναψη κονκορδάτου με το Βατικανό, συγκαλώντας Ενδημούσα Σύνοδο που ενέκρινε τη θέση του παρά τις κυβερνητικές επιθυμίες. Κατά τη διάρκεια της 16μηνης παραμονής του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, φρόντισε για την αποκατάσταση στον βαθμό της αρχιεροσύνης των δύο Μητροπολιτών που είχαν καθαιρεθεί επί εαμισμώ (οι Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιος). Ο αγώνας της ΕΟΚΑ βρισκόταν τότε σε έξαρση και ο Δωρόθεος ως πρόεδρος της Πανελλήνιας Επιτροπής Αυτοδιαθέσεως Κύπρου, όπως και ο προκάτοχός του, δεν άφηνε ευκαιρία για να τον ενισχύσει ηθικά, καταγγέλλοντας τους αγγλικούς βανδαλισμούς, τους απαγχονισμούς των Καραολή και Δημητρίου, καθώς και το κλίμα τρομοκρατίας που είχε επιβληθεί στην Κύπρο. Ύστερα από μία σύντομη ασθένεια απεβίωσε στη Στοκχόλμη, όπου είχε μεταφερθεί για να του αφαιρεθεί όγκος στον εγκέφαλο.
Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ (1902-17, 1920-22)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ



Μηνόπουλος Θεόκλητος (1848-1930). Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Γεννήθηκε στην Τρίπολη και σπούδασε στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αφού προηγουμένως έγινε δόκιμος μοναχός στη Μονή Γοργοεπηκόου Μαντινείας. Μετά την αποφοίτησή του χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος, ενώ διορίσθηκε διευθυντής της Ιερατικής Σχολής Τριπόλεως. Το 1892 εξελέγη Επίσκοπος Μονεμβασίας και Σπάρτης και το 1902, έπειτα από την παραίτηση του Προκοπίου Β΄ λόγω των «Ευαγγελιακών», εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Στην έξαρση του Εθνικού Διχασμού, αμέσως μετά τα «Νοεμβριανά» του 1916, ανέχθηκε την επιβολή αναθέματος κατά του Ελ. Βενιζέλου (στην περιοχή όπου αργότερα κτίσθηκε ο ναός του Αγίου Ελευθερίου Γκύζη). Μετά την επάνοδο στην εξουσία του Βενιζέλου, καθαιρέθηκε για την πράξη αυτή και αντικαταστάθηκε από τον Μελέτιο Μεταξάκη, μέχρι τότε Μητροπολίτη Κιτίου. Μετά τις εκλογές Νοεμβρίου 1920 αποκαταστάθηκε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ενώ ο Μελέτιος είχε ήδη απομακρυνθεί και επέτυχε λίγο αργότερα να εκλεγεί Οικουμενικός Πατριάρχης. Μετά την Επανάσταση του 1922 εκθρονίσθηκε και πάλι με απόφαση Μείζονος Συνόδου, που του αναγνώρισε τον βαθμό και τον τίτλο, αλλά χωρίς την έδρα του, ακυρώνοντας την ποινή της καθαίρεσης του 1917. Από τότε αποσύρθηκε στη Μονή Ασωμάτων Πετράκη.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Γ΄ Τόμος

ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ (2008-)



ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ



Λιάπης Ιερώνυμος (1938-). Αρ­χιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Γεννή­θηκε στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στην αρχαιολογία. Μετεκπαιδεύθηκε στη Γερμανία (βυζαντινολογία). Δίδαξε στη Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος (Λεό­ντειος Σχολή). Χειροτονήθηκε διάκονος και πρε­σβύτερος το 1967. Υπηρέτησε ως πρωτοσύγκελ­λος της Μητρόπολης Θηβών και Λεβαδείας (1967-78), αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1978-81), ηγούμενος της Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος Σαγματά (1971-77) και της Μονής Οσίου Λουκά (1977-81). To 1981 εξελέγη Μητροπολίτης Θηβών και Λε­βαδείας και το 2008 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Αθη­νών και πάσης Ελλάδος. Το 1970 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο του «Με­σαιωνικά Μνημεία Ευβοίας». Του έχει απονεμηθεί ο τίτλος του επίτιμου διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κραϊόβας της Ρουμανίας. Έχει συγγράψει επίσης το έργο «Χριστια­νική Βοιωτία» (τ. Α΄) 2006 κ.ά.

Δ. Κούκουνας
Πηγή:
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΝΕΩΤΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ 1830-2016
ΑΡΧΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Εκδόσεις Historia, Αθήνα 2016, Β΄ Τόμος